Featured

Το να παίρνεις πτυχίο φαίνεται ότι είναι περίπου σαν να τα τινάζεις, σχολίασε ο Σήφης

 

tree-3063715_1280

-Απόψε θα κοιμηθώ με την ξανθιά. Έχω αυτό το δικαίωμα, γιατί με έδιωξε η Μίρκα.

-Τέλειωσε το φαΐ σου και μετά να πλύνεις τα πιάτα και να καθαρίσεις το τραπέζι.

-Εννοείται.

“Έκανα ένα ήσυχο τσιγάρο μετά το φαΐ, γεμάτο αναμνήσεις, το έστριψα με προσοχή και το κάπνισα με αργές κινήσεις. Ο απογευματινός ήλιος, ο καλύτερος που υπάρχει, χάιδευε την κουζίνα κι έγλειφε την πάνω αριστερή γωνία του ψυγείου. Έβαλα μια βότκα στη γυάλινη δαχτυλήθρα, ενώ από μέσα άκουγα μια συζήτηση για στερεοφωνικά”.

“Όταν γύρισε πίσω ήταν συνέχεια μουτρωμένη κι εγώ επίτηδες της έκανα συναισθηματικό σαμποτάζ, δεν τη ρωτούσα ούτε τι έχει ούτε τίποτα, έφερνα διάφορα μεγαλειώδη θέματα στην κουβέντα και με είχε βαρεθεί ακόμα και ο Σήφης, μου είχε πει ότι μ’ αυτά και μ’ αυτά την είχα φτάσει στο αμήν την κοπέλα. Η τρίτη περίοδος έκλεισε με κλάματα, είχα βάλει τα κλάματα επιτέλους επειδή ο Σήφης καθάριζε δίπλα κάτι κρεμμύδια, κι έτσι την έβγαλα καθαρή. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που έκλαιγα εξαιτίας της Μίρκας, γιατί οι επί πτυχίω δεν κλαίνε ποτέ”.

“Το να ζεις, αγαπητέ Μάρκο, αντίθετα απ’ ό,τι νομίζαμε τα τέσσερα τελευταία χρόνια, δεν έχει να κάνει με τις διαθέσεις αλλά με τις συνήθειες του καθενός. Συνηθίζοντας να αλλάζει διαθέσεις κανείς κάθε τέταρτο δεν μπορεί να ζήσει και δεν μπορεί να πεθάνει”. “Σου προτείνω κάτι που θα μας γλιτώσει απ’ τη δαγκάνα του παρόντος και θα συναντήσει τις καλύτερες εποχές που ζήσαμε στην πλατεία Αμερικής, όταν εσύ ήσουνα μικρός κι ανόητος κι εγώ ανόητη και μικρή. Το μέλλον θα συναντήσει το παρελθόν στην ιδανική του μορφή.

Μίρκα”.

background-3009939_1280

“Για να περπατήσεις όλο το διαμέρισμα χρειαζόσουνα πέντε λεπτά με κανονικό βήμα και δέκα περίπου αν στεκόσουνα για μια ματιά στους πίνακες. Δίπλα σ’ έναν Τσαρούχη ανακάλυψα την τουαλέτα, μπήκα μέσα πολύ βιαστικός κι έβαλα το κεφάλι μου κάτω απ’ τη βρύση. Όταν πήγα να πάρω μια πετσέτα, ανακάλυψα ότι στη λεκάνη καθόταν μια κοπέλα με το παντελόνι κατεβασμένο, δεν είχε διαμαρτυρηθεί όμως καθόλου για την εισβολή μου, την απασχολούσαν άλλα πράγματα και έκλαιγε σιωπηλά, κάτι μικρά δάκρυα έτρεχαν απ’ τα μάτια της. Σκουπίστηκα χωρίς να της δώσω σημασία, γιατί κι εγώ σκεφτόμουνα την ψηλή, έτσι κι αλλιώς μόνο τις πρωτοχρονιές αισθανόμουνα πραγματικά ερωτευμένος, μου έφευγε το άγχος του χρόνου και ζούσα τη ζωή μου εκατό φορές, ο χρόνος γινόταν καπνός, και επέστρεφε θυμωμένος, όταν ξύπναγα το άλλο απόγευμα κι αντί για κουβέρτα ανακάλυπτα κάθε φορά ότι είχα χρησιμοποιήσει για σκέπασμα μια ταφόπετρα. Άρχιζε τότε ένα ψυχολογικό πηγαινέλα κι απ΄ τον παράδεισο βρισκόσουνα κατευθείαν στην κόλαση, το βράδυ της πρωτοχρονιάς ήταν το πιο ισχυρό ταξίδι που υπήρχε, η καθισμένη στη λεκάνη το ήξερε αυτό, μόνο που φέτος ταξίδευε πολύ άσχημα”.

“Στα είκοσι σκέφτεται κανείς τη λέξη συγκοπή γιατί περιμένει κάτι οριστικό, ενώ στα εβδομήντα πρέπει μάλλον να σκέφτεται τη λέξη μαραθώνιος. Στα τριάντα… Αυτό είναι εύκολο, όλοι σκέφτονται “απόσπασμα, απόσπασμα, απόσπασμα”. Και στα σαράντα, δεν υπάρχει εκεί καμία λέξη, κυκλοφορούν κάτι μυστήριες φράσεις που αρχίζουν από το ένα αυτί και τελειώνουν στο άλλο, όπως “θα σου φύγω, σ’ το είχα πει” ή “δεν είμαι βέρος Έλληνας, δεν είμαι Ευρωπαίος”. Αρχίζει μία δύσκολη δεκαετία με παραγράφους, ορθογραφικά προβλήματα, απίθανες στίξεις. Οι τελείες κατρακυλάνε σαν πέτρες από την κορυφή. Άνω και κάτω τελείες, ανακατωμένες. Καταλήγουν σε μια πεδιάδα όπου υπάρχουν χιλιάδες παράγραφοι, και οι τελείες έρχονται και παίρνουν τη θέση τους. Κατά βάθος όμως πέφτουν όπου βρουν, σαράντα με πενήντα είναι η πιο μπερδεμένη κατάσταση”.

“Όταν ξυπνάς ένα πρωί και διαπιστώνεις ότι είσαι πενήντα χρονών τρέχεις αμέσως στον καθρέφτη, και την ώρα που κοιτάς κάποιον που μόλις χτες ήταν ώριμος, μια παιδική φωνή σου ψιθυρίζει: “Μοίρασε όλα τα υπάρχοντά σου και πήγαινε σ’ ένα σταυροδρόμι, τρεις μέρες δρόμο από ‘δω. Περίμενε εκεί να εμφανιστεί η καλή γριούλα που θα σε οδηγήσει”. Ούτε τα χάπια δεν κάνουν τη φωνή να σταματήσει. Εκείνη τη στιγμή πρέπει να δώσεις μια μπουνιά στον καθρέφτη, είναι η μόνη λύση”.

bridge-19513_1920

“Καταλάβαινα ότι ήθελε κάτι να μου πει, συνήθως τις Κυριακές οι άνθρωποι είναι εξομολογητικοί, αισθάνονται ότι αν δεν τα βγάλουν όλα, θα παραιτηθούν μια για πάντα από τις επιθυμίες τους. Την Κυριακή συμβαίνει αυτό, μόνο την Κυριακή. Γύρω στις έξι το απόγευμα νιώθεις την ανάγκη να καθαρίσεις, παίρνεις τηλέφωνα με αγωνία και δεν βρίσκεις κανέναν. Τότε βγάζεις το τηλέφωνο απ’ την πρίζα, το κλείνεις σ’ ένα χαρτονένιο κουτί, φοράς το μπουφάν σου, βγαίνεις έξω, ακουμπάς το κουτί δίπλα στα σκουπίδια και πας μια μεγάλη βόλτα στην άκρη της πόλης. Αλίμονό σου αν η πόλη δεν έχει άκρη, αν δεν μπορείς να βρεις την άκρη της”.

tropical-1651426_1280

Σηκώθηκα τη νύχτα κι έφτιαξα ένα τίλιο, έτσι, σαν γέρος. Οι άλλοι κοιμόντουσαν με τα ρούχα. Ήθελα να είναι πάλι πρωτοχρονιά και να προτείνω στη Μίρκα γάμο, ωραίες οικογένειες με αυλές και κήπους. “Πρέπει να ησυχάσουμε κάποτε”. Το καλοκαίρι σκέφτεσαι παράξενα πράγματα, ότι η ζωή είναι έτσι κι αλλιώς χαμένη και πρέπει να εγκαταλειφθεί η ιδέα της προόδου. Ότι το να ζεις είναι σαν να γράφεις με ψευδώνυμο. Ότι αυτός που έφτιαξε τα ταβάνια είναι ηλίθιος γιατί δεν ρώτησε ποιος θα μείνει από κάτω. Ότι η Μίρκα είναι εδώ, στο διπλανό δωμάτιο, ανοίγει ένα ροζ κουτί και βγάζει από μέσα ένα ζευγάρι παιδικά παπούτσια”.

“Ερχόταν, λέει, η Μίρκα. Μου το είπε η γιαγιά με πολύ αυστηρό ύφος για να μην αρχίσω να κάνω τρέλες και της κάνω το σπίτι ερείπιο – ήξερε καλά αυτή η γυναίκα ότι οι ειδήσεις, όταν αφορούν ευαίσθητα όργανα του σώματος, προκαλούν καταστροφές. Άλλωστε ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου είναι οι αδέσποτες πληροφορίες”.

“Ο μεγαλύτερος εχθρός των πόλεων είναι οι γυναίκες. Υπάρχει η υποψία ότι οι άντρες έχουν φτιάξει τις πόλεις για να μη βλέπουν τόσο συχνά τις γυναίκες. Αν τις έβλεπαν συνεχώς μέσα σε τοπία, θα τρελαινόντουσαν. Έκαναν λοιπόν πολύ καλά, μόνο που όταν οι γυναίκες το κατάλαβαν αυτό, άρχισαν να κινδυνεύουν οι πόλεις κι έγιναν παρανοϊκές, οι γυναίκες μετέφεραν στις πόλεις διάφορες ιδιότητές τους κι οι άντρες βρέθηκαν μπροστά σε μεγαλύτερο πρόβλημα. Πώς να το λύσουν; Έκαναν τις πόλεις αφηρημένες, τις ανέπτυξαν τρομακτικά για να εξαφανιστούν, να χάσουν την εικόνα τους. Τώρα όλοι περιμένουμε την επόμενη κίνηση των γυναικών. Είχε καταφέρει να με ηρεμήσει. Κατάλαβα ότι η Μίρκα πήγε στη Δανία για να σωθεί η Αθήνα που είχα στο κεφάλι μου, για να μην αρχίσουν να σωριάζονται οι συνοικίες, να ανοίγουν τρύπες στην άσφαλτο και από μέσα να βγαίνουν προϊστορικά τέρατα. Κινδύνευε βέβαια η Κοπεγχάγη, έπρεπε να τηλεγραφήσω. Όμως η Δανέζα Μίρκα ήταν εδώ και κυκλοφορούσε ελεύθερη, ανάμεσά μας”.

sunset-4369154_1280

-Της είπα ότι δεν μπορώ να κάνω χωρίς αυτήν, είπε ο Σήφης.

-Μπορείς, είπα.

-Μπορείς, επανέλαβε η Αγγελική. Σας είμαι άχρηστη, όλες οι γυναίκες σας είναι άχρηστες. Τις βλέπετε μέσα σε κάδρα, όταν κουνηθούν λίγο, ενοχλείστε αφόρητα. Γεια χαρά, φεύγω.

digital-art-398342_1280

“Σκέφτηκα ότι υπεύθυνος για την Οικονομετρία, για την ύπαρξη αυτού του τέρατος , είναι ο Θεμιστοκλής, που ναυπήγησε διακόσια πλοία σε τρελούς καιρούς, καθώς κι αυτοί οι τρελοί ναύτες, που έσπαγαν τα κουπιά των περσικών θηρίων κι έτσι κερδίζαμε τις ναυμαχίες. Και οι δούλοι των μεταλλείων του Λαυρίου που εξασφάλιζαν ελεύθερο χρόνο στους αργόσχολους, σ’ όλους αυτούς που αναρωτιόντουσαν συνέχεια “τι είναι αρετή;”, “τι είναι αγαθόν;” λες και δεν είχαν τίποτα άλλο να κάνουν. Κι εκείνοι ήταν ένα μικρό χωριό απέναντι στους Πέρσες, είχαν συλλάβει όμως τη σημασία της θάλασσας, αυτού του ανόητου υγρού στοιχείου που, όταν το διασχίζεις με επιτυχία, πάντα κάτι καταφέρνεις. Στην πραγματικότητα συνέλαβαν τη βασική αλήθεια, ότι πρέπει να ταξιδεύεις συνέχεια, πραγματικά και διανοητικά. Υπάρχει μια ιστορία της ανθρωπότητας, από ταξιδιωτική σκοπιά, που δεν έχει γραφτεί ακόμα”.

digital-art-396825_1280

-Βλέπω ότι φοράτε τα καλά σας, είπε η γιαγιά.

-Το να παίρνεις πτυχίο φαίνεται ότι είναι περίπου σαν να τα τινάζεις, σχολίασε ο Σήφης.

earth-2611137_1280

“Οι γυναίκες είναι σαν απογεύματα, οι καλύτερες ώρες της μέρας, φωτεινές χωρίς να διακρίνεται η φωτιστική πηγή, μελαγχολικά λαμπερές, πριν τις τυλίξουν πέπλα και γίνουν αόρατες. Να τι μου είχαν μάθει η Αγγελική και η Μίρκα τον τελευταίο μήνα πριν εξαφανιστούν και γίνουν ταινίες, οι γυναίκες υπάρχουν για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα”.

sunset-3918693_1280

“Στο πλοίο θα είχα την ευκαιρία να σκεφτώ, πάντα έχεις ένα θέμα όταν ταξιδεύεις με πλοίο για τα νησιά, οι προηγούμενοι μήνες μετασχηματίζονται σε ρωμαϊκούς θριάμβους ή σε μάχες τύπου Στάλινγκραντ, μπορεί να βγεις με δάφνινα στεφάνια ή με παράσημα, μπορεί όμως και να σκύψεις χαμηλά, να βρεθείς μ’ ένα πόδι λιγότερο, κανείς δεν ξέρει. Είναι απίστευτο το πόσους ηρωισμούς, το τι κατορθώματα, τι γενναίες πράξεις έχεις κάνει ένα μήνα πριν και δεν το ξέρεις, αυτό δίδασκε η γιαγιά με τη στάση της. Έχεις πιει δύσκολους καφέδες, έχεις στρίψει τσιγάρα που έμοιαζαν βουνά, έχεις δώσει φιλιά που τα νόμιζες μάχες. Έχεις πάει στη Μονεμβασιά, στο Φισκάρδο, έχεις κάνει πρωτοχρονιές με αβέβαιες προοπτικές. Πριν κοιμηθείς, βλέπεις αθλητικά στιγμιότυπα, έτσι για σιγουριά, για να μπεις με τα μπούνια στον κοινό μύθο. Έχεις πάρει πτυχία, από είκοσι ως πενήντα κάθε μήνα, μπορεί και περισσότερα”.

tree-117582_1280

“Κι εγώ ήμουνα έτοιμος να την κάνω για Πάτμο, να την κάνω όμως κανονικά, σαν δεκαεξάχρονος. Με εμπόδιζε το παρελθόν, αυτό το μεγάλο φλας μπακ που τριγυρίζει με κουκούλα στο κεφάλι και τρομοκρατεί τους περαστικούς, μου έλεγε να μην εμπιστεύομαι τον εαυτό μου. Η γιαγιά όμως στεκόταν απέναντι σαν φύλακας άγγελος, γιατί αντιπροσώπευε το απώτατο παρελθόν, αυτό που δεν ήξερε από φλας και δεν κοίταζε πίσω, σκάλιζε με το σπαθί του το μέλλον και έδειχνε στην καρδιά του απογεύματος, στην καρδιά της πόλης”.

“Οι πτυχιούχοι”, Χρήστος Βακαλόπουλος, 1984.

*Ότι ο απογευματινός ήλιος είναι ο καλύτερος που υπάρχει το λέει και ο Χρήστος Κάπα και μάλιστα το πάει κι ένα βήμα παραπέρα: μιλά για ηλιοβασιλέματα που δεν μοιάζουν μεταξύ τους. Λόγω συννέφων. Ο Χρήστος Κάπα δεν έχει διαβάσει σίγουρα Βακαλόπουλο άρα γνήσια η παρατήρησή του. Και λέει και κάτι ακόμα, ότι όλα τα ωραία αρχίζουν από Γάμα. Γυναίκα, γέλιο, γεύμα, γιορτή, γη, γιαγιά, γλυκό, γείτονας, γέφυρα, γέννα και κάτι ακόμα.

 

Featured

Μπείτε έξω

space-54999

“Όταν ο κόσμος βαρέθηκε να στριφογυρίζει και ηρέμησε κάπως, ο Άρθουρ άπλωσε το χέρι του και πάτησε το πορτατίφ δίπλα στο κρεβάτι, μην περιμένοντας ν’ ανάψει. Προς κατάπληξή του, άναψε. Το γεγονός αυτό ικανοποίησε απόλυτα την αίσθηση της λογικής του. Δεδομένου ότι η Ηλεκτρική Εταιρεία τού έκοβε ανελλιπώς το ρεύμα κάθε φορά που πλήρωνε το λογαριασμό του, ήταν απολύτως λογικό να του το αφήσει τώρα που δεν τον είχε πληρώσει. Φαίνεται ότι όποιος έστελνε λεφτά απλώς τραβούσε την προσοχή στο άτομό του”.

“Πλησίασε με σχεδόν χορευτικό βήμα το ψυγείο, έβγαλε τα τρία λιγότερο τριχωτά πράγματα που βρήκε μέσα, τα έβαλε σ’ένα πιάτο και τα παρακολούθησε προσεκτικά επί δύο λεπτά. Διαπιστώνοντας ότι δεν έκαναν καμία προσπάθεια να κινηθούν μέσα στο διάστημα αυτό, τα ονόμασε πρωινό και τα έφαγε. Οι συντονισμένες τους ενέργειες σκότωσαν μια ισχυρή διαστημική μολυσματική ασθένεια που είχε κολλήσει εν αγνοία του στους Βάλτους Αερίων του Φλάργκαθον πριν από λίγες μέρες, και που διαφορετικά θα είχε εξολοθρεύσει τον μισό πληθυσμό του Δυτικού Ημισφαιρίου, θα τύφλωνε τον άλλο μισό και τους υπόλοιπους θα τους μετέτρεπε σε στείρους και ψυχωσικούς.. Σ’ αυτό η Γη στάθηκε τυχερή.

Ο Άρθουρ ένιωσε γερός και δυνατός. Καθάρισε μ’ ένα φτυάρι το χαρτομάνι της αλληλογραφίας κι έθαψε τη γάτα.

Καθώς τελείωνε, χτύπησε το τηλέφωνο, ο Άρθουρ όμως το άφησε να χτυπάει όσο κρατούσε ενός λεπτού σιγή. Όποιος και να ΄ταν θα ξανάπαιρνε, αν ήταν κάτι σημαντικό. Χτύπησε τα παπούτσια του να φύγει η λάσπη και μπήκε ξανά στο σπίτι. Ανάμεσα στο άχρηστο χαρτομάνι ήταν και λίγα γράμματα με σημασία – ορισμένα έγγραφα από το δημοτικό συμβούλιο, με ημερομηνία τρία χρόνια πριν που αφορούσαν τη σχεδιαζόμενη κατεδάφιση του σπιτιού του, και μερικά άλλα γράμματα σχετικά με την οργάνωση μιας δημόσιας έρευνας πάνω στο θέμα των παρακαμπτηρίων της περιοχής. Υπήρχε επίσης ένα παλιό γράμμα από την Greenpeace, την οικολογική ομάδα ακτιβιστών στην οποία έστελνε κατά καιρούς κάποιες συνεισφορές, που του ζητούσε να βοηθήσει το σχέδιο απελευθέρωσης των δελφινιών και των φαλαινών από την αιχμαλωσία, καθώς και μερικές κάρτες από φίλους που παραπονούνταν αόριστα ότι είχε χαθεί τον τελευταίο καιρό”.

planet-581239_1280

“Στάσου λοιπόν να δεις την εικόνα. Εγώ κάθομαι στο τραπέζι. Αριστερά μου έχω την εφημερίδα. Δεξιά τον καφέ. Στη μέση του τραπεζιού είναι το πακέτο με τα μπισκότα”.

“Τα βλέπω όλα πολύ καθαρά”.

“Αυτό που δεν βλέπεις” είπε ο Άρθουρ, “γιατί ακόμα δεν τον έχω αναφέρει, είναι ο τύπος που είναι ήδη καθισμένος στο τραπέζι. Απέναντί μου”.

“Πώς είναι;”

“Απολύτως συνηθισμένος. Χαρτοφύλακας. Κουστούμι. Δεν έδειχνε” είπε ο Άρθουρ, “ικανός να κάνει κάτι απρόσμενο”.

“Ναι, μάλιστα, καταλαβαίνω πολύ καλά το είδος του ανθρώπου. Και τι έκανε;”

“Έκανε το εξής: Έσκυψε εμπρός, πήρε το πακέτο με τα μπισκότα, το άνοιξε, έβγαλε ένα και…”

“Τι;”

“Το έφαγε”.

“Το έφαγε;”

“Το έφαγε”.

Η Φέντσερτς τον κοίταξε κατάπληκτη. “Και τι στην οργή έκανες εσύ;”

“Κοίτα, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, έκανα αυτό που θα έκανε στη θέση μου κάθε γνήσιος και υγιής Άγγλος. Τον αγνόησα” είπε ο Άρθουρ.

“Τι; Γιατί;”

“Κοίτα, δεν είμαστε προετοιμασμένοι για τέτοια πράγματα, είμαστε; Όσο κι αν έψαξα μέσα στην ψυχή μου δεν βρήκα τίποτα, ούτε στην ανατροφή μου, ούτε στην εμπειρία μου, ούτε καν στα πρωτόγονά μου ένστικτα, που να μου λέει πώς να αντιδράσω σ’ έναν άνθρωπο που κάθεται ήρεμα κι ωραία απέναντί μου και μου τρώει τα μπισκότα μου”.

“Καλά θα μπορούσες…” Η Φέντσερτς το σκέφτηκε λίγο. “Πρέπει να πω ότι ούτε κι εγώ ξέρω τι θα έκανα. Τι έγινε λοιπόν;”

“Έξω φρενών, κάρφωσα τα μάτια μου στο σταυρόλεξο” είπε ο Άρθουρ. “Δεν έβρισκα ούτε μια απάντηση, ήπια μια γουλιά από τον καφέ μου – ήταν τόσο καυτός που δεν πινόταν. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Μάζεψα το κουράγιο μου και απλώνοντας το χέρι πήρα ένα μπισκότο, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να αγνοήσω το ότι το πακέτο είχε βρεθεί κατά μυστηριώδη τρόπο ανοιχτό…”.

“Διάλεξες την αντεπίθεση δηλαδή, το ‘παιξες σκληρός”.

“Κατά κάποιον τρόπο, ναι. Έφαγα το μπισκότο. Το έφαγα πολύ αργά και επιδεικτικά για να μην έχει αμφιβολία για το τι έκανα. Όταν τρώω ένα μπισκότο” είπε ο Άρθουρ, “το τρώω για τα καλά”.

“Κι αυτός τι έκανε;”

“Πήρε δεύτερο. Στο λόγο μου” επέμεινε ο Άρθουρ, “αυτό ακριβώς έγινε. Πήρε ένα δεύτερο μπισκότο και το έφαγε. Στα ίσια. Όπως με βλέπεις και σε βλέπω”.

Η Φέντσερτς κινήθηκε ανήσυχα.

“Και τώρα το πρόβλημα ήταν” είπε ο Άρθουρ, “πως αφού δεν είχα πει τίποτα την πρώτη φορά, ήταν ακόμα πιο δύσκολο ν’ ανοίξω το θέμα τη δεύτερη φορά. Τι να πω; “Με συγχωρείτε…δεν μπορούσα να μην παρατηρήσω ότι…” Δεν γίνονται τέτοια πράγματα. Όχι, τον αγνόησα, με ακόμα πιο μεγάλη αυστηρότητα από πριν, αν είναι δυνατόν”.

“Έτσι σε θέλω…”

“Κοίταξα πάλι το σταυρόλεξο, αλλά πάλι δεν γινόταν τίποτα. Έτσι, με την ίδια αποφασιστικότητα που έδειξε κι ο Ερρίκος ο Ε’ την ημέρα του Αγίου Κρισπίνου…”

“Τι;”

“Έκανα άλλο ένα βήμα. Πήρα” είπε ο Άρθουρ, “ένα δεύτερο μπισκότο. Για μια στιγμή οι ματιές μας διασταυρώθηκαν”.

“Έτσι;”

“Ναι, δηλαδή όχι, όχι ακριβώς έτσι. Πάντως διασταυρώθηκαν. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Γιατί κι οι δύο κοιτάξαμε αμέσως αλλού. Οφείλω πάντως να σου πω” είπε ο Άρθουρ, “ότι η ατμόσφαιρα γέμισε ηλεκτρισμό. Μια ένταση άρχισε να δημιουργείται γύρω από το τραπέζι. Εκείνη τη στιγμή περίπου”.

“Φαντάζομαι”.

“Συνεχίσαμε έτσι μ΄ολόκληρο το πακέτο. Εκείνος, εγώ, εκείνος, εγώ…”

“Ολόκληρο το πακέτο;”

“Δεν είχε παρά οχτώ μπισκότα, αλλά κράτησαν οχτώ αιώνες. Οι μονομάχοι της Ρώμης δεν γνώρισαν σίγουρα τέτοια αγωνία”.

evening-55067

“Αν πάρεις δύο Ντέηβιντ Μπάουι και κολλήσεις τον έναν Ντέηβιντ Μπάουι πάνω στον άλλο Ντέηβιντ Μπάουι και μετά πάρεις από έναν ακόμα Ντέηβιντ Μπάουι και τον βάλεις στην άκρη του κάθε χεριού του πάνω Ντέηβιντ Μπάουι από τους δύο πρώτους Ντέηβιντ Μπάουι και τυλίξεις ολόκληρο το κατασκεύασμα αυτό σ’ ένα βρώμικο μπουρνούζι, τότε θα έχεις κάτι που μπορεί να μη μοιάζει ακριβώς στον Τζον Γουάτσον, αλλά που όσοι τον γνωρίζουν θα επισημάνουν μια ανησυχητική ομοιότητα μ’ αυτόν”.

“Το σπίτι του ήταν σίγουρα παράξενο, και δεδομένου ότι ήταν το πρώτο πράγμα που αντίκρισαν η Φέντσερτς και ο Άρθουρ αξίζει να πούμε πώς ήταν.

Ήταν ως εξής: Ήταν το μέσα έξω. Κυριολεκτικά το μέσα έξω, σε σημείο που αναγκάστηκαν να παρκάρουν πάνω στο χαλί. Κατά μήκος αυτού που κανονικά θα ονομάζαμε εξωτερικό τοίχο, ο οποίος ήταν βαμμένος σ’ ένα απαλό ροζ χρώμα, βρίσκονταν βιβλιοθήκες, κάνα-δυο απ’ αυτά τα ημικυκλικά τραπεζάκια με τα τρία πόδια που στέκονται έτσι που σου δίνουν την εντύπωση ότι τα έκοψε στα δύο ο τοίχος, και διάφοροι πίνακες που είχαν σαφώς καταπραϋντικό χαρακτήρα.

Εκεί που τα πράγματα γίνονταν στ’ αλήθεια παράξενα ήταν στη στέγη. Η στέγη δίπλωνε προς τα μέσα σαν κάτι που μπορεί ο Μάουριτς Κ. Έσερ – αν επιδιδόταν σε οργιαστικές νυχτερινές εξόδους , πράγμα που δεν αποτελεί στόχο του αφηγητή να αποδείξει, αν και συχνά είναι δύσκολο, κοιτάζοντας τα σχέδιά του, ιδιαίτερα αυτά με τις αλλόκοτες σκάλες, να μην το υποθέσεις – να είχε ονειρευτεί ύστερα από μια τέτοια νύχτα, γιατί τα μικρά πολύφωτα που κανονικά έπρεπε να κρέμονται από μέσα τώρα εξείχαν περίεργα προς τα πάνω. Μεγάλο μπέρδεμα. Η πινακίδα πάνω από την είσοδο έλεγε “Μπείτε έξω” πράγμα το οποίο έκαναν με μια σχετική νευρικότητα. Βεβαίως το Έξω βρισκόταν μέσα. Ασοβάντιστα τούβλα, ωραία δεσίματα, φροντισμένο σύστημα εκροής όμβριων υδάτων, ένα δρομάκι κήπου, ένα-δυο μικρά δέντρα, μερικές μπαλκονόπορτες. Αυτοί οι εσωτερικοί τοίχοι εκτείνονταν προς τα κάτω , δίπλωναν περίεργα και άνοιγαν στο τέλος σαν να προσπαθούσαν, χάρη σε μια οπτική απάτη που θα γέμιζε θαυμασμό και συνοφρυωμένα ερωτήματα ακόμη και τον Μάουριτς Κ. Έσερ, να περικλείσουν και τον ίδιο τον Ειρηνικό Ωκεανό.

“Γεια” είπε ο Τζον Γουάτσον ή Γουόνκο ο Λογικός.

Ωραία, σκέφτηκαν από μέσα τους, ένα “γεια” είναι κάτι που αντιμετωπίζεται”.

fantasy-2861815_1280

“Είχε προσγειωθεί με απόλυτη αδιαφορία για το τι υπήρχε από κάτω του, πολτοποιώντας μια περιοχή με τα πιο ακριβά κτήρια του κόσμου, μέσα στα οποία συμπεριλαμβανόταν κι ένα μεγάλο μέρος του Χάροντς.

Το εν λόγω αντικείμενο ήταν τεράστιο, μήκους ενάμιση χιλιομέτρου σχεδόν, όπως έλεγαν μερικοί, σε ασημένιο ματ χρώμα. Ήταν βουλιαγμένο, καψαλισμένο, παραμορφωμένο από τις ουλές που προκάλεσαν αμέτρητες και μανιώδεις διαστημικές μάχες με ζοφερές δυνάμεις κάτω από το φως ήλιων άγνωστων στον άνθρωπο.

Μια μπουκαπόρτα άνοιξε πέφτοντας πάνω στο Τμήμα Τροφίμων του Χάροντς, συνέτριψε το Χάρβεϊ Νίκολς, και μ’ έναν φοβερό επιθανάτιο τριγμό βασανισμένης αρχιτεκτονικής γκρέμισε το Σέρατον Παρκ Τάουερ.

Ύστερα από μια παρατεταμένη και αγωνιώδη στιγμή, στη διάρκεια της οποίας μεσολάβησαν εσωτερικές καταρρεύσεις με επιθανάτιους ρόγχους συντριβόμενων μηχανημάτων, βγήκε από την πόρτα και κατηφόρσε τη ράμπα ένα τεράστιο ασημένιο ρομπότ γύρω στα τριάντα μέτρα ύψος.

Άπλωσε το χέρι του.

“Έρχομαι με ειρηνικούς σκοπούς”, είπε, και πρόσθεσε, ύστερα από μια νέα δόση τριγμών, “οδηγήστε με στη Σαύρα σας”.

Ο Φορντ Έσκορτ φυσικά είχε μιαν εξήγηση για όλα αυτά καθώς παρακολουθούσε παρέα με τον Άρθουρ τα έξαλλα και απανωτά δελτία ειδήσεων στην τηλεόραση, κανένα από τα οποία δεν είχε να πει τίποτα παραπάνω πέρα από το να επισημάνει ότι το εν λόγω αντικείμενο είχε προκαλέσει τις τάδε ζημιές που η αξία τους ανερχόταν στο ποσό των τάδε δισεκατομμυρίων λιρών και είχε προκαλέσει τον θάνατο δείνα αριθμού ατόμων, και μετά να το ξαναλέει αυτό, γιατί το ρομπότ δεν έκανε τίποτα άλλο από το να στέκεται ταλαντευόμενο ελαφρά και να εκπέμπει σύντομα και ακατανόητα μηνύματα λαθών.

“Προέρχεται από μια πολύ αρχαία δημοκρατία, βλέπεις…”

“Θέλεις να πεις ότι έρχεται από έναν κόσμο με σαύρες;”

“Όχι” είπε ο Φορντ που είχε γίνει τώρα κάπως πιο λογικός και κατανοητός, έχοντας τελικά πιει τον καφέ του με το ζόρι, “τίποτα το τόσο απλό, τίποτα το τόσο ξεκάθαρο. Στον κόσμο του, οι άνθρωποι είναι άνθρωποι. Οι αρχηγοί τους είναι σαύρες. Οι άνθρωποι μισούν τις σαύρες, και οι σαύρες κυβερνούν τους ανθρώπους”.

“Περίεργο” είπε ο Άρθουρ, “μου φάνηκε ότι είπες πως ήταν δημοκρατία”.

“Το είπα” είπε ο Φορντ. “Είναι”.

“Τότε” είπε ο Άρθουρ ελπίζοντας ότι δεν γινόταν γελοίος με την ανικανότητά του να καταλάβει, “γιατί οι άνθρωποι δεν ξεφορτώνονται τις σαύρες;”

“Βασικά δεν το σκέφτηκαν” είπε ο Φορντ. “Έχουν όλοι τους δικαίωμα ψήφου, κι έτσι συμπεραίνουν ότι η κυβέρνηση που ψήφισαν ταυτίζεται λίγο-πολύ με την κυβέρνηση που θέλουν”.

“Θέλεις να πεις ότι ψηφίζουν τις σαύρες;”

“Ε βέβαια” είπε ο Φορντ ανασηκώνοντας τους ώμους, “φυσικά”.

“Μα” είπε ο Άρθουρ δοκιμάζοντας πάλι τη μεγάλη ερώτηση, “γιατί;”

“Γιατί αν δεν ψήφιζαν μια συγκεκριμένη σαύρα” είπε ο Φορντ, “μπορεί να τους καθόταν στο σβέρκο η λάθος σαύρα”.

“So long, and Thanks for all the Fish”- Douglas Adams, 1984

*Όταν κοιτάς από ψηλά, μοιάζει η Γη με ζωγραφιά, κι εσύ την πήρες σοβαρά…

Featured

“Είμαστε ένα ζευγάρι λαβωμένοι πολεμιστές” είπε η Κόνι

pair-225400_1280

“Είναι κατά βάθος τραγική η εποχή μας, έτσι κι εμείς αρνούμαστε να τη δούμε τραγικά. Ο κατακλυσμός πέρασε, στη μέση τώρα εμείς και γύρω μας χαλάσματα. Αρχίζουμε να στήνουμε μικρά καινούργια σπιτικά, να τρέφουμε μικρές νέες ελπίδες. Μάλλον δύσκολη δουλειά, ομαλός δρόμος για το μέλλον δεν υπάρχει πια, τα εμπόδια, όμως, είτε τα παρακάμπτουμε είτε σκαρφαλώνουμε και τα ξεπερνάμε. Πρέπει να ζήσουμε, όσοι κι αν είναι οι ουρανοί που τσακίστηκαν”.

“Μακάρι να μπορούσες να τους εξηγήσεις ότι το να ζεις δεν είναι το ίδιο με το να ξοδεύεις! Αλλά μάταιος κόπος. Ας μάθαιναν να ζούνε, αντί να κοιτάζουν να κερδίζουν και να ξοδεύουν, και θα τα κατάφερναν μια χαρά με τα εικοσιπέντε σελίνια τη βδομάδα. Αν οι άντρες φορούσαν κατακόκκινα παντελόνια, όπως έχω ξαναπεί, δεν θα σκέφτονταν τόσο πολύ το χρήμα. Αν μπορούσαν να χορέψουν και να πηδήξουν και να κάνουν τρέλες, αν μπορούσαν να τραγουδήσουν και να κορδωθούν και να κοιτάξουν να είναι γοητευτικοί, θα μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα και με ελάχιστα λεφτά. Θα μπορούσαν να κάνουν τότε τις γυναίκες να χαίρονται και να χαίρονται και οι ίδιοι μ’ αυτές. Θα έπρεπε να μάθουν πώς να είναι γυμνοί και όμορφοι, όλοι τους, θα έπρεπε να μάθουν να περπατάνε και να είναι όμορφοι, και να τραγουδάνε όλοι μαζί με μια φωνή και να χορεύουν τους παλιούς ομαδικούς χορούς και να χαράζουν τα καθίσματά τους και να κεντούν τα δικά τους εμβλήματα. Δεν θα το χρειάζονταν τότε το χρήμα. Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος να λυθεί το βιομηχανικό πρόβλημα: να τους εκπαιδεύσεις να ζούνε και μάλιστα να ζούνε με ομορφιά, χωρίς να ‘χουν ανάγκη να ξοδεύουν”.

“Δεν το πιστεύεις κι εσύ ότι η ζωή αξίζει για νύχτες σαν τη χθεσινή;” τον ρώτησε. “Ναι, μα πρέπει κανείς να συλλογάται και τα υπόλοιπα” της απάντησε, αρκετά απότομα.

“Και το πραγματικό μέλλον πώς πρέπει να είναι;” “Ένας Θεός ξέρει! Διαισθάνομαι κάτι μέσα μου, μα είναι τα πάντα ανακατεμένα με οργή, και το πού καταλήγουν όλα αυτά δεν το γνωρίζω”.”Θες να σου πω εγώ;” τον ρώτησε κοιτώντας τον καταπρόσωπο.”Θες να σου πω τι είναι αυτό που έχεις και δεν το έχουν οι υπόλοιποι άντρες και θα διαμορφώσει το μέλλον; Θες να σου το πω;” “Πες το μου”.”Είναι το θάρρος να εκφράζεις την τρυφερότητά σου, αυτό είναι”.”Αυτό λες να είναι!” Ύστερα απέμεινε σκεφτικός. “Ναι!” της αποκρίθηκε. “Έχεις δίκιο. Αυτό είναι στην πραγματικότητα. Αυτό είναι από την αρχή μέχρι το τέλος”.

“Φυσικά όσα κάνω τα κάνω για να μπορέσουμε να ζήσουμε μαζί. Στην πραγματικότητα, έχω τρομάξει. Οσμίζομαι το διάβολο που πλανιέται στην ατμόσφαιρα και θα προσπαθήσει να μας γραπώσει. Αν δεν είναι ο διάβολος, τότε θα είναι ο Μαμωνάς: που δεν είναι άλλος, πιστεύω, από τη θέληση της μάζας, τη δίψα για χρήμα και το μίσος για τη ζωή. Νιώθω λευκά χέρια να ψαχουλεύουν στον αέρα, να προσπαθούν να πιάσουν απ΄το λαιμό όποιον πάει να ζήσει, να ζήσει χωρίς το χρήμα, για να του τον σφίξουν μέχρι να του βγει η ψυχή.  Έρχονται δίσεκτοι καιροί. Μ’ ακούτε, λεβέντες μου; Δίσεκτοι καιροί! Αν τα πράγματα συνεχίσουν όπως είναι, το μέλλον δεν θα επιφυλάσσει τίποτε άλλο παρά θάνατο και καταστροφή γι’ αυτές τις βιομηχανικές μάζες. Ώρες ώρες, νιώθω τα σωθικά μου να νερουλιάζουν – κι ύστερα σκέφτομαι κι εσένα, που θα φέρεις στον κόσμο το παιδί μου. Μα δεν βαριέσαι. Όσο άσχημοι καιροί κι αν ήρθαν, δεν το κατόρθωσαν να εξαφανίσουν τον κρόκο από τα λιβάδια – ούτε την αγάπη για τη γυναίκα. Δεν θα μπορέσουν λοιπόν να ρημάξουν τον πόθο μου για σένα και τη μικρή τη φλόγα που καίει ανάμεσά μας. Του χρόνου θα ‘μαστε μαζί. Κι αν κι έχω τρομάξει, πιστεύω ότι θα σμίξεις μαζί μου. Ο άντρας πρέπει να παλεύει για το καλύτερο και να το υπερασπίζεται κι ύστερα πρέπει να ‘χει πίστη σε κάτι άλλο πέρα από τον εαυτό του. Δεν μπορείς να σιγουρέψεις το μέλλον, παρά μόνο αν πιστέψεις στο καλό κομμάτι σου και στη δύναμη που υπάρχει πιο πέρα απ’ αυτό. Έτσι κι εγώ πιστεύω στη φλόγα που καίει ανάμεσά μας. Για μένα, τώρα, είναι το μοναδικό πράγμα που υπάρχει στον κόσμο”.

“Lady Chatterley’s lover”- D. H. Lawrence, 1928

*You only live once. Let love in.

 

Featured

Το Τέρας μέσα Σου

26803879_10215271979092764_1125379106_n

“Πρέπει να γράψει στην Έρση και να της εξηγήσει τί ακριβώς συνεβη και μόλις γράφει την πρώτη λέξη οδηγείται αλλού, δεν μπορεί να εξηγήσει τίποτα, μόλις εξηγήσεις κάτι αρχίζει να σχηματίζεται μέσα σου το αντίθετο, όλοι το ξέρουν αυτό κι όμως συνεχίζουν να εξηγούν, φοβούνται ότι κάτι θα γίνει και θα πεθάνουν αν σταματήσουν να εξηγούν, φοβούνται ότι θα πεθάνουν και εξηγούν. Μόλις γράφει την πρώτη λέξη στην Έρση τα πράγματα αλλάζουν, ο κόσμος αλλάζει μόλις γράψεις την πρώτη λέξη, ο κόσμος άλλαξε μόλις γράφτηκε η πρώτη λέξη και δεν γύρισε πίσω ποτέ. Αγαπητή Έρση, ο κόσμος αλλάζει χωρίς να ξέρει γιατί και όλοι όσοι γράφουν τον οδηγούν με τρομακτική ταχύτητα στην καταστροφή, τον διαλύουν χωρίς να ξέρουν γιατί, τον εξηγούν κι αμέσως σχηματίζεται μέσα τους το αντίθετο, τον συλλαμβάνουν κι αυτός τους ξεφεύγει, τον ξαναπιάνουν και τον υποχρεώνουν  να κάνει αυτό που έχει γραφτεί, εκείνος το κάνει και δεν το κάνει, το μισοκάνει και τότε γράφουν με όλους τους τρόπους τί πρέπει να γίνει για να σωθεί, τον συνοδεύουν στην καταστροφή, φοβούνται ότι θα πεθάνουν και γράφουν ώστε να μην έρθει ποτέ αυτή η στιγμή.”

26696885_10215271979652778_1572373465_n.jpg

“Περασμένα-ξεχασμένα, τώρα είναι όλοι γεροί, χάθηκε από προσώπου γης, δεν τον εγκατέλειψε, δεν κάνει κόλπα, ακούει το θόρυβο της μηχανής και κοιτάζει τη θάλασσα. Αυτός που έκλεψε το πανί κι έκανε παντελόνι χάθηκε σ’ένα στρατόπεδο στη Γερμανία, νομίζει τώρα ότι τον εγκατέλειψε, πώς να του εξηγήσει ότι δεν είναι έτσι, οι Ιταλοί θεώρησαν τις εξηγήσεις τους ανεπαρκείς και τους πήραν να τους εκτελέσουν. Καμία εξήγηση δεν στέκει στα πόδια της, μόλις πάς να εξηγήσεις τί έγινε σε περνάνε για κάτι άλλο και σε κάνουν κόσκινο επειδή κάποιος έκλεψε το πανί, το πήρε για να ντυθεί, το έιχε ανάγκη. Μόλις του μιλήσει η Μίνα αυτός θα καταλάβει το αντίθετο, θα φαγωθεί να βρει την άκρη, θα βγάλει ένα σωρό συμπεράσματα κι ύστερα θ’αρχίσει να την γαζώνει, να την κάνει κομμάτια. Τους πήραν κάτι Ιταλοί να τους εκτελέσουν κι ύστερα ήρθε ένας διερμηνέας και είπε ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι ψαράδες και κυκλοφορούσαν με το καΐκι τους στα μέρη τους, αυτό δεν το έιχε σκεφτεί κανείς μέχρι εκείνη τη στιγμή, ούτε οι Άγγλοι που τους γάζωσαν ενώ αυτοί ήταν μαζί τους ούτε οι Ιταλοί που πήγαν να τους εκτελέσουν.

Περασμένα-ξεχασμένα, το ζευγάρι των φοιτητών έχει σκυλοβαρεθεί να ακούει τέτοια, πέρασαν μια ολόκληρη νύχτα νομίζοντας ότι θα πεθάνουν επειδή κάποιος δεν είχε παντελόνι. Ακούει το θόρυβο της μηχανής, πέρασε πέντε χρόνια νομίζοντας ότι είναι παντρεμένη, προσπάθησε να διώξει μακριά τον παιδικό της εαυτό, τον έκανε κόσκινο από ψηλά ενώ αυτός ήταν μαζί της, τον πέρασε για κάποιον εχθρό και τον πυροβολούσε κάθε μέρα, τον είχε στο στόχαστρο, δεν τον άφηνε να βγει στα μέρη του. Δεν ξέρει πώς το κατάλαβε, καμιά εξήγηση δεν στέκει στα πόδια της, είναι αδύνατον να ζήσεις με εξηγήσεις, αν συνεχίσεις να το κάνεις, κάποια στιγμή θα περάσεις τον εαυτό σου για Ιταλό, για Γερμανό, κάποια στιγμή θα κλέψουν το συμφωνημένο πανί από τη σημαδούρα και θ’αρχίσει το μακελειό, θα βρεθείς στη μέση της σφαγής αν συνεχίσεις να εξηγείς, αν επιμένεις στις εξηγήσεις, θα περάσεις μια νύχτα σίγουρη ότι το πρωί δεν θα έχει μείνει τίποτα από τον παιδικό σου εαυτό, αν του εξηγήσεις, θα τα καταλάβει όλα λάθος, κάθε φορά που του εξηγείς καταλαβαίνει τα αντίθετα, κάθε φορά γλιτώνεις την τελευταία στιγμή επειδή έρχεται κάποιος και λέει ότι αυτός είναι Έλληνας και δεν είναι σε θέση να εξηγήσει γιατί βρισκεται σ’αυτά τα μέρη με το καΐκι του, αφήστε τον προς το παρόν και βλέπουμε. Κάθε φορά που σώζεται κάποιος συναντάει τον παδικό του εαυτό με τρύπες σ’ολόκληρο το σώμα, γλιτώνει την τελευταία στιγμή, δεν μπορεί να εξηγήσει πώς βρέθηκε εκεί, χάνεται από προσώπου γης, ακούει το θόρυβο της μηχανής, δίνει μια εξήγηση λιγότερη.”

26794120_10215271980172791_1220512884_n

“Ας καθίσει λίγο εδώ και συνεχίζει. Ο ξερακιανός της έδινε ένα φακό στο καφενείο, της έβαζε στο χέρι ένα φακό, γιατί είπε όχι; Το μονοπάτι είναι σκοτεινό, ανώμαλο, σκοντάφτει σε κάθε της βήμα, από μικρή έμαθε να λέει όχι και να τώρα ένα σκοτεινό μονοπάτι, τέτοια ώρα δεν υπάρχουν ταξί για τη Σκάλα, θα πάρεις το μονοπάτι, χρειάζεσαι φακό, όχι, ευχαριστώ.

Ας καθίσει λίγο εδώ. Είναι σκοτεινά, πίσω της ορθώνεται η μισοφωτισμένη Χώρα και κάτω φέγγει η Σκάλα. Δεν ακούγεται τίποτα, το Κάμιρος πλησιάζει αθόρυβα στο λιμάνι, σε λίγο θα χαιρετήσει μ’ένα βρυχηθμό. Από τη στιγμή που την έφερε εδώ έπαψε να την φοβίζει ο άντρας της, ακολουθεί ένα μονοπάτι χωρίς να σκέφτεται τί φταίει που χώρισε, νομίζει ότι είναι κάτι φυσιολογικό, πώς συμβαίνει αυτό; Σαρανταδύο χιλιάδες βιβλία λένε με διάφορους τρόπους ότι μόλις χωρίζεις και μπαίνεις σ’ένα πλοίο με πορτοκαλιά φουγάρα δεν έχεις τίποτα άλλο να κάνεις από το να γυροφέρνεις συνεχώς μέσα σου αυτό που έφταιξε με τον άντρα σου. Διακόσιοι είκοσι κοινωνιολόγοι περιστοιχισμένοι από το ανάλογο υπηρετικό προσωπικό περιμένουν στοιχημένοι σε μια φιδωτή ουρά στην πόρτα της τηλεόρασης μέχρι να έρθει η σειρά τους ώστε να πουν τη γνώμη τους για το αν φταίει αυτή ή ο άντρας της. Ζαλισμένοι από τους προβολείς που τους καίνε τα μούτρα καταλήγουν στο συμπέρασμα που σπάει κόκαλα και τοποθετεί τα πράγματα στη θέση τους αποκαλύπτοντας ότι φταίει ένας τρίτος, ο συνεργάτης χωρίς όνομα που τον αποκαλούν κοινωνία και ξεμπερδεύουν, χαμογελάνε στην κάμερα και πηγαίνουν για μακαρονάδα επειδή πείνασαν όλη αυτή την ώρα. Τετρακόσιοι σαρανταπέντε ειδικοί επιστήμονες που κοιμούνται σε ράντζα στα υπόγεια των εφημερίδων περιμένοντας να τους ξυπνήσουν ευχαρίστως μέσα στα άγρια χαράματα ώστε να βάλουν κι αυτοί ένα λιθαράκι στην έρευνα της αλήθειας εξετάζουν συνεχώς την κοινωνία, την μετράνε, την ζυγίζουν, την γυρίζουν ανάποδα, την τσιμπάνε στο μάγουλο, της χτυπάνε την πλάτη, προσπαθούν να την κάνουν να ρευτεί, την ξεσκατώνουν, την αλλάζουν κι εκείνη συνεχίζει να μην ακούει τίποτα ενώ την μαλώνουν μέρα-νύχτα και της λένε ότι φταίει για τη σχέση της με τον άντρα της. Πενηνταοχτώ χιλιάδες ταινίες, είκοσι εκατομμύρια μυθιστορήματα και έξι εκατομμύρια τραγούδια υπογράφουν με σιγουριά ότι η κοινωνία δημιουργήθηκε από το αόρατο χέρι για να έχει προβλήματα αυτή και ο άντρας της. Όταν κοιμάται η κοινωνία εμφανίζονται εξακόσιοι ογδόντα ψυχαναλυτές και λένε ότι φταίει η δίδυμη αδελφή της που τρύπωσε και ζει μέσα της, όπως και μέσα στον άντρα της, την ξαπλώνουν σ’ένα ντιβάνι και της λένε να ηρεμήσει και να ομολογήσει ότι τρύπωσε εκεί μέσα και αρνείται να βγει με μοναδικό σκοπό να δημιουργήσει ένα αδιέξοδο στη σχέση της με τον άντρα της. Το μονοπάτι είναι πολύ σκοτεινό, ο ξερακιανός είχε δίκιο, έπρεπε να πάρει το φακό, όχι, ευχαριστώ.

Ας καθίσει λίγο εδώ. Δεν φταίει κανείς, δεν σκέφτεται καθόλου τον άντρα της, όλα πήγαιναν καλά με τον άντρα της, την αγαπούσε πολύ, έβγαιναν έξω πολύ συχνά, διασκέδαζαν. Ποιός σήκωσε όλες αυτές τις υποψίες; Χίλιοι τριάντα ανειδίκευτοι σοφοί βυθισμένοι στην πισίνα του εαυτού τους τριγυρνάνε μισομεθυσμένοι στο κέντρο της πόλης με την υποψία να χτυπάει σαν ξυπνητήρι στο θολό τους μυαλό. Βουτάνε μέσα στο αλκοόλ, στον καπνό, στα βιβλία, στα ναρκωτικά, στα λαχεία, κι όταν βγαίνουν από εκεί στάζουν μίσος να φάνε κι οι κότες, τινάζονται και βρέχει παντού καχυποψία. Ξυπνάνε το πρωί κι έχουν ήδη καταλάβει τα πάντα, είναι πολύ θυμωμένοι που οι άλλοι δεν τους καταλαβαίνουν, χτενίζουν την έπαρσή τους και βγαίνουν στους δρόμους, πίνουν το μεσημέρι και καταλαβαίνουν ακόμα καλύτερα τί πηγαίνει στραβά, πίνουν λίγο ακόμα το βράδυ και τότε πια είναι σίγουροι για όλα έτσι όπως είναι τύφλα και τους μαζεύουν να τους πάνε στα κρεβατάκια τους. Μπορούν να σου πουν τα πάντα για σένα και για τον άντρα σου κι όταν είναι εξαιρετικά μεθυσμένοι μπορούν να σας κάνουν τη χάρη να σας πληροφορήσουν ότι σας περιφρονούν βαθύτατα και τους δύο, σας μισούν. Ποιός σήκωσε όλες αυτές τις υποψίες, πώς έμαθε να λέει όχι, γιατί αρνήθηκε να πάρει το φακό;

Ας καπνίσει ένα τσιγάρο και συνεχίζει. Πέντε χιλιάδες βόλτες στο κέντρο της πόλης της δίδαξαν τον τρόπο ν’αποφεύγεις τους άλλους, να γλιστράς σαν σκιά, να πεθαίνεις στο πλάι τους, να κάνεις ότι δεν τους ξέρεις, ότι ποτέ δεν τους γνώρισες. Της έμαθαν την αλάνθαστη μέθοδο να μισεί έχοντας τους λόγους της, να δουλεύει έχοντας λόγους να μισεί, να βαριέται επειδή υπήρχαν λόγοι να μη δουλεύει, να καταστρέφει επειδή είχε λόγους να δημιουργεί, ν΄αγαπάει επειδη είχε λόγους να μη μισεί. Υπήρχαν πάρα πολλοί λόγοι κι έτσι έμαθε να λέει όχι, να την τώρα ακινητοποιημένη στο σκοτάδι, στη μέση της απόστασης Χώρα-Σκάλα, χωρίς φακό. Σβήνει το τσιγάρο και συνεχίζει. Σε κάθε βήμα σκοντάφτει, δεν υπάρχει ούτε μία σπιθαμή ομαλού εδάφους, δεν έχει κανένα πρόβλημα με τον άντρα της, δεν έφυγε γι’αυτό. Ογδόντα χιλιάδες ταξιδιωτικοί οδηγοί αναφέρουν τα πάντα γι’αυτό εδώ το νησί και κανένας δεν καταδέχτηκε να πει μιά κουβέντα για το μονοπάτι που ενώνει τη Χώρα με τη Σκάλα, δεν είναι λίγο περίεργο αυτό;”

26755278_10215271977012712_107729229_n.jpg

“Ήταν ήδη δύο ώρες μέσα στο νερό  όταν φάνηκε από μακριά να τρέχει η Μίνα, έφτασε ξέπνοη και πριν πέσει στο νερό με τα ρούχα πρόλαβε να φωνάξει ότι έγινε μεταπολίτευση, οι συνταγματάρχες ήταν πια οδυνηρό παρελθόν, στην Αθήνα ο κόσμος είχε βγει με τα κεριά στους δρόμους, τώρα μπορούσαν να λένε ό,τι θέλουν, θα ερχόντουσαν κόμματα, θα γινόντουσαν εκλογές, θα ήταν ελεύθερες.

Η Βάνα είπε ότι έπρεπε να σηκωθούν και να πάνε στην Αθήνα, τί έκαναν εδώ, θα έχαναν το πανηγύρι, τί ώρα είχε πλοίο αύριο για τον Αγ. Κωνσταντίνο; Από τον Πειραιά πήγαν κατευθείαν στο Σύνταγμα και μπλέχτηκαν με τον κόσμο. Υπήρχε μεγάλη χαρά, αλλά στήνονταν πηγαδάκια κι εκεί πρωτοστατούσαν νεαροί με μούσια που έλεγαν κάτι για αλλαγή νατοϊκής φρουράς. Άλλοι έλεγαν για κόλπα της αστικής τάξης, χρειαζόταν προσοχή, τί προσοχή; Χρειαζόταν, λέει, πολλή προσοχή γιατί αυτά ήταν κόλπα για να χτυπηθεί το κίνημα που έπρεπε να παραμείνει ενωμένο, να αναγνωρίσει τους πραγματικούς εχθρούς του, να οργανωθεί και να χτυπήσει. Ποιόν να χτυπήσει; Χρειαζόταν μεγάλη προσοχή γιατί αυτά ήταν σχέδια ώστε να μην πάρει ανάσα το κίνημα που τα είχε πάει πολύ καλά και είχε τρομάξει τον αντίπαλο, τον είχε αναγκάσει να αλλάξει πορεία πλεύσης. Υπήρχε μεγάλη χαρά αλλά σιγά σιγά την απορροφούσαν τα πηγαδάκια. Γύρισαν σπίτι αποκαμωμένες, γεμάτες υποψίες.

Χρειαζόταν μεγάλη προσοχή, την άλλη μέρα ξύπνησαν συνοφρυωμένες, αγόρασαν όλες τις εφημερίδες, πήγαν ξανά στο κέντρο, τα πηγαδάκια είχαν πολλαπλασιασθεί, τα μούσια πρωτοστατούσαν, ήταν πλέον σίγουρο ότι ήταν αλλαγή νατοϊκής φρουράς, δεν έπρεπε να χαίρονται καθόλου, τώρα τα πράγματα ήταν πολύ πιο επικίνδυνα, υπήρχε περίπτωση να τους τη φέρουν από πίσω. Δεν ήταν ώρα για χαρές και πανηγύρια, ένας είναι ο εχθρός, ο ιμπεριαλισμός. Αυτός έφταιγε, λέει, όχι οι συνταγματάρχες, οι αγράμματοι συνταγματάρχες. Χρειαζόταν μεγάλη προσοχή γιατί στην πλατεία Συντάγματος, στη γωνία Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου, στην Κυψέλη, στο Παγκράτι, παραμόνευε ο ιμπεριαλισμός. Όποιος χαίρεται με την αλλαγή νατοϊκής φρουράς αγνοεί το ρόλο του ιμπεριαλισμού. Το βράδυ ήταν τελείως καχύποπτες, τις είχε πιάσει πονοκέφαλος. Τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά, απίστευτα σοβαρά, τώρα ήταν χειρότερα από πριν, η αστική τάξη είχε, λέει, αναδιοργανωθεί κι όποιος χαιρόταν γι’αυτό δεν ήξερε πού πάνε τα τέσσερα.

Την άλλη μέρα βρέθηκαν όλες στης Βάνας και η Έρση είπε ότι τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο., το κίνημα απειλείται με αποπροσανατολισμό εκεί που πήγαινε να φουντώσει, υπάρχουν πολλοί προβοκάτορες. Πού τις είχε μάθει αυτές τις λέξεις η Έρση, όλη την ώρα ήταν μέσα στο νερό μισοερωτευμένη, πότε είχε προλάβει να αποστηθίσει όλες αυτές τις εκφράσεις; Η Μίνα είπε ότι είχε γίνει μεγάλη πουστιά, η κυβέρνηση εκπροσωπούσε τους εχθρούς του κινήματος, έπρεπε κάτι να γίνει πολύ γρήγορα, έπρεπε να οργανωθούν. Η Μίνα είπε ότι ήθελε να συνεχίσει τα μπάνια, η Ρέα δεν είπε τίποτα, δεν είχε καμία όρεξη να οργανωθεί, γατί να οργανωθεί, αυτή ήταν μισοερωτευμένη και ήρθε εδώ για τα πανηγύρια, τί να οργανωθεί; Η Βάνα είπε ότι έρχονται στιγμές που πρέπει να αποφασίσεις με ποιούς θα πας και ποιούς θ’αφήσεις. Υπήρχε ελάχιστη χαρά, γινόντουσαν όλο και πιο συνοφρυωμένες, σταμάτησαν να βλέπονται.”

Η γραμμή του ορίζοντος, Χρήστος Βακαλόπουλος, 1991.

*Για το θάρρος που χρειάζεται να γκρεμίζουμε τα τείχη.

“Όποιος δεν έχει τίποτα μονάχα αυτός ξέρει το τίποτα. Καμία κουβέντα από κανέναν άλλο”. Για αρχή.

26755126_10215279824448893_965743851_n

” Έλα να σου πω.

Έλα πάρε με από δω. Πάμε να φύγουμε από δω μέσα.

Τα χέρια μου τρέμουν σπάω συνέχεια πράγματα

έχουνε σπάσει τα νεύρα μου

κι εσύ – το βλέπεις – όποτε έρχεσαι δω

δεν έχω να σου πω τίποτα

μας καβαλάν τα έπιπλα μ’ αυτή τη λογική

που είναι ταχτοποιημένα

εκτρώσεις μπουκάλια καθρέφτες προγράμματα

η ιδιωτική ζωή των φίλων μου

-ποιός θα κατεβάσει τα σκουπίδια.

Κάθε βράδυ ενώ βουλιάζω σε κάποια θάλασσα

εγώ φυλάγομαι με βρόχινη ομπρέλα. Σημαδιακά πράγματα.

Σ’ όλες τις φωτογραφίες που τράβηξα στη γη

βγαίνει συνέχεια στον ουρανό

ένα κίτρινο άλογο που δεν προχωράει.

Είμαι πολύ λυπημένη σκοντάφτω συνέχεια

μπορεί…ε;… να φταιν και τα τακούνια

το μόνο που με δένει πια με τη μάνα μου είναι οι ενοχές μου

και τ’όνομά μου Κατερίνα έτσι απλά που με φωνάζουνε

μου φέρνει δάκρυα δεν θέλω να κλαίω.

Πάρε με λοιπόν από δω.

Θέλω να σου δείξω τα καλοκαιριάτικα θέατρα

πώς ζούνε το χειμώνα.

Πόσο άδεια είναι τα σχολικά όταν έχουν αργία

κι όλους τους φίλους που φύγανε

και δεν μπορούν πια να με προδώσουν

πάμε από δω πάμε εκδρομή σε μέρος που δεν έγινε

αφού σ’ το χω γράψει σ’ το χω πει

όπου κι αν πάτησα άφηνα αίμα

γι’αυτό δεν μπορώ ποτέ πού να σταθώ

κι όλο αλλάζω σεντόνια

φέρε κι ένα τρενάκι ψεύτικο

πρέπει να παίξω γι’αυτό δεν μεγάλωσα

και λέω το φαϊ μαμ και τον ύπνο για νάνι

σκέψου δεν έμαθα τίποτα τίποτα

μοιάζω με τα ζώα

όποιος ηλίθιος κυνηγός βγει μπορεί να με σκοτώσει

ξέρω μονάχα αντανακλαστικά

το δρόμο που πηγαίνει στη δουλειά

αρχίζω να γερνάω

ποτέ κανείς κανείς δεν κατάλαβε

θα μου πεις καλύτερα έτσι

θυμάμαι μικρή…

όχι. Θυμάμαι αργότερα…

όχι. Μεγάλη. Μετά θέλω να πω…

Ψέματα. Τώρα… Ούτε…

Μίλα! Μίλα!

Πώς έζησα!

Θέλω να φύγω απο δω!

Αρχίζω να ξεχνάω…”

” Έλα να σου πω” – “Ιδιώνυμο” , Κατερίνα Γώγου, 1980

*Θα ‘ρθει.

 

Το γαρ πολύ του έρωτος

20217079_10213781254585583_1117195682_n

κ. ΛΟΚΓΟΥΝΤ: “Το υποστατικό του κύριου Χίθκλιφ λέγεται “Ανεμοδαρμένα Ύψη”. Το επίθετο “ανεμοδαρμένα” περιγράφει τις ακραίες καιρικές συνθήκες στις οποίες είναι εκτεθειμένο αυτό το μέρος όταν το δέρνει η καταιγίδα. Σίγουρα οι ένοικοι έχουν τέλειο εξαερισμό όλες τις εποχές. Μπορείς να μαντέψεις τη δύναμη του βοριά, όταν φυσάει πάνω από τη στέγη, από τα λιγοστά έλατα που γέρνουν κουτσουρεμένα στη μια άκρη του σπιτιού και από μια σειρά αχαμνούς θάμνους που στρέφουν μονόπαντα τα κλωνάρια τους, θαρρείς και ζητούν ελεημοσύνη από τον ήλιο. Ευτυχώς, ο αρχιτέκτονας είχε τη διορατικότητα να το χτίσει γερό. Τα στενά παραθύρια του είναι βαθιά χωμένα στον τοίχο και οι γωνιές έχουν ενισχυθεί απέξω με μεγάλες πέτρες.

20187649_10213781250465480_1070769466_n

Οι άνθρωποι εδώ ζουν πιο ειλικρινά, πιο συνειδητά, και όχι επιφανειακά όπως εμείς, που επιζητούμε συνεχώς την αλλαγή και ασχολούμαστε με ασήμαντα πράγματα χάριν του φαίνεσθαι. Εγώ που πίστευα ακράδαντα ότι μια αγάπη δεν αντέχει πάνω από έναν χρόνο έφτασα τώρα να πιστέυω πως μπορεί να κρατήσει μια ολόκληρη ζωή. Στη μία περίπτωση, είναι σαν να βάζεις μπροστά σε έναν πεινασμένο ένα μόνο πιάτο, στο οποίο θα επικεντρώσει όλη την όρεξή του και θα το απολαύσει. Στην άλλη περίπτωση, είναι σαν να τον βάζεις μπροστά σε ένα τραπέζι στρωμένο από Γάλλους μαγείρους. Ενδεχομένως θα το ευχαριστηθεί σαν σύνολο. Αλλά κάθε φαγητό ξεχωριστά θα έχει τη δική του θέση στην προσοχή και στη θύμησή του.”

20206171_10213781256825639_864094154_n

ΚΑΘΡΙΝ: “Δε θα μάθει ποτέ λοιπόν πόσο τον αγαπώ. Κι αυτό όχι επειδή είναι όμορφος, Νέλι, αλλά γιατί μοιάζουμε πολύ. Οι ψυχές μας είναι φτιαγμένες από το ίδιο υλικό.”

20158210_10213781262345777_1079274320_n

ΝΕΛΙ: “Πήρε μια καρέκλα και κάθισε απέναντι από την Κάθριν, που δεν έπαιρνε το βλέμμα της από πάνω του λες και θα τον έχανε πάλι. Εκείνος δεν την κόιταζε συχνά. Της έριχνε μια γρήγορη ματιά κάπου κάπου κι αυτό του αρκούσε. Και κάθε φορά τα μάτια του άστραφταν από την απροκάλυπτη ευχαρίστηση που αντλούσε από τη δική της ματια. Ήταν πολύ απορροφημένοι από τη χαρά τους για να ενδιαφερθούν για οτιδήποτε άλλο.”

20196814_10213781268745937_110467798_n

ΚΑΘΡΙΝ: “Ένιωθα έναν πόνο στην καρδιά από κάποια μεγάλη θλίψη την οποία, όταν ξύπνησα, δεν μπορούσα να θυμηθώ. Σκεφτόμουν και πάσχιζα να θυμηθώ τι ήταν , αλλά το πιο παράξενο είναι ότι τα τελευταία επτά χρόνια της ζωής μου είχαν σβηστεί! Σαν να μην τα είχα ζήσει. Ξανάγινα παιδάκι. Μόλις είχαμε θάψει τον πατέρα μου και ήμουν απελπισμένη, επειδή ο Χίντλεϊ είχε προστάξει τον Χίθκλιφ κι εμένα να χωριστούμε, να μην ξανασυναντηθούμε. Ήμουν ξαπλωμένη μόνη πρώτη φορά. Μάκάρι να ήμουν πάλι παιδάκι, άγριο, σκληρό και ελεύθερο. Να γελάω όταν μ’ενοχλούν και με προσβάλλουν, όχι να τρελαίνομαι! Γιατί άλλαξα τόσο πολύ; Γιατί ταράζομαι τόσο με μερικές λέξεις; Είμαι σίγουρη πως, αν ξαναβρεθώ ανάμεσα στα ρείκια αυτών των λόφων, θα ξαναγίνω ο εαυτός μου.”

20158512_10213781241145247_509662212_n

ΧΙΘΚΛΙΦ: “Δύο λέξεις μοναχά θα ήταν η ζωή μου: Θάνατος και κόλαση. Αν τη χάσω, η ζωή μου θα είναι κόλαση. Πάντως ήμουν ανόητος που πίστεψα έστω για μια στιγμή ότι δίνει μεγαλύτερη σημασία στην αγάπη του Έντγκαρ Λίντον από τη δική μου. Ακόμα κι αν την αγαπούσε με όλη τη δύναμή της ασήμαντης ύπαρξής του, δεν θα μπορούσε να την αγαπήσει σε ογδόντα χρόνια όσο εγώ σε μια ημέρα. Όσο για την Κάθριν, η καρδιά της είναι το ίδιο βαθιά με τη δική μου. Θα έπρεπε να χωρέσει τη θάλασσα σε τούτο τον κουβά για να μονοπωλήσει την αγάπη της σ’αυτόν. Έτσι που λες! Είμαι σίγουρος ότι τον αγαπάει μία τρίχα περισσότερο από τον σκύλο ή το άλογό της. Δεν μπορεί να τον αγαπήσει όπως εμένα. Γιατί πώς μπορεί να αγαπήσει σ’άυτόν κάτι που δεν έχει;”

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

ΚΑΘΡΙΝ: “Θα ήθελα να σε κράταγα έτσι μέχρι να πεθάνουμε και οι δύο. Δεν θα μ’ένοιαζε αν υπέφερες. Δεν δίνω δεκάρα για τα βάσανά σου. Γιατί να μην υποφέρεις κι εσύ όπως εγώ; Θα με ξεχάσεις; Θα είσαι ευτυχισμένος όταν θα είμαι μέσα στη γη; Θα λες μετά από είκοσι χρόνια: Αυτός είναι ο τάφος της Κάθριν Έρνσο. Την αγάπησα πριν από πολύ καιρό και λυπήθηκα που την έχασα. Αλλά είναι πια παρελθόν. Αγάπησα πολλές γυναίκες από τότε και τα παιδιά μου τα αγαπώ περισσότερο από κείνη. Κι όταν πεθάνω, δε θα χαρώ που θα πάω να τη συναντήσω. Θα λυπάμαι γιατί θα αφήσω τα παιδιά μου! Αυτά δεν θα λες, Χίθκλιφ;”
20182760_10213781477871165_480250453_n

ΧΙΘΚΛΙΦ: “Ήταν ψέυτρα μέχρι την τελευταία της πνοή! Πού να είναι τώρα; Όχι εκεί- όχι στον ουρανό-, αφού δεν πέθανε. Πού είναι λοιπόν; Ω, είπες ότι δεν σε νοιάζει αν υποφέρω! Τότε κι εγώ μια ευχή κάνω μόνο και θα τη λέω μέχρι να μαλλιάσει η γλώσσα μου: Κάθριν Έρνσο, να μην βρεις ανάπαυση όσο ζω. Είπες ότι σε σκότωσα! Στοίχειωσέ με, λοιπόν! Οι σκοτωμένοι βασανίζουν τους φονιάδες τους, πιστέυω. Ξέρω ότι πολλά φαντάσματα τριγυρίζουν στη γη. Έλα, λοιπόν, πάρε όποια μορφή θέλεις κι έλα να με τρελάνεις! Μόνο μην μ’αφήνεις σ’αυτή την άβυσσο όπου δεν μπορώ να σε βρω! Ω, Θέε μου, πώς να το πω! Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τη ζωή μου! Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την ψυχή μου!”

“Wuthering Heights”, Emily Bronte, 1847.

*Κάποιες ιστορίες θα ζήσουν για πάντα. Μαζί και οι ήρωές τους. Είναι μία νίκη.

 

Όταν ο Κιθ γνώρισε τον Μικ

Chuck Berry Cover Scan
Chuck Berry Cover Scan

Ο Chuck Berry για μένα είναι ένα cd που ακούω τα μεσημέρια του καλοκαιριού στην πόλη. Τότε που είναι όλα ακίνητα από τη ζέστη και μετράω αντίστροφα για τη στιγμή που θα με πάει το πλοίο στο νησί. Νομίζω κάθε φορά ότι η φωνή του καταφέρνει και μαλακώνει λίγο τα τσιμέντα. Τον ακούω που τραγουδάει “It’s gotta be rock ‘n’ roll music If you wanna dance with me..”και τριγυρίζω χορεύοντας στα δωμάτια ευτυχισμένη.

Chuck-Berry-Keith-Richards-1-800x532

Για τον Keith Richards, κιθαρίστα και ιδρυτικό μέλος των Rolling Stones, έχει υπάρξει πολλά περισσότερα από αυτό. Μερικές μόνο εβδομάδες μετά το θάνατο του μοναδικού Chuck Berry και οι λογαριασμοί του Keith στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καθημερινά ξεχειλίζουν με νοσταλγία για τον φίλο του που έφυγε. Μία μικρή ιστοριούλα στο βιβλίο ‘’Life’’ του Keith Richards, που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο πόσο σημαντικός ήταν ο Chuck Berry για τον ίδιο και μερικούς ακόμα:

«Θυμάσαι πόσο μου άρεσε ο Chuck Berry και νόμιζα ότι είμαι ο μοναδικός θαυμαστής του σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων; Ε, λοιπόν, ένα πρωί στο σταθμό του Dartford, καθώς στεκόμουν κρατώντας ένα δίσκο του Chuck με πλησιάζει ένας τύπος που τον ήξερα από το δημοτικό όταν ήμασταν 7-11 χρονών. Ο τύπος αυτός έχει όλους του δίσκους που έχει κυκλοφορήσει ο Chuck Berry, το ίδιο και όλοι του οι φίλοι, είναι όλοι τους φανατικοί οπαδοί του rhythm and blues. Να μη στα πολυλογώ, ο τύπος στο σταθμό λέγεται Mick Jagger. Αυτός, συναντιούνται με όλη την παρέα του, αγόρια και κορίτσια, κάθε Σάββατο πρωί σε ένα στέκι με jukebox, το Carousel, οπότε λοιπόν ένα πρωί το Γενάρη καθώς περνούσα απ’ έξω αποφάσισα να τον ψάξω. Μπαίνω και βρίσκομαι ξαφνικά στη μέση μιας μεγάλης παρέας, όλοι να πέφτουν επάνω μου, με κάλεσαν επιτόπου σε 10 πάρτι. Και εκτός απ’ αυτό, ο Mick είναι ο καλύτερος τραγουδιστής R&B από αυτήν την πλευρά του Ατλαντικού και δεν κάνω πλάκα. Εγώ παίζω κιθάρα (ηλεκτρική) στο στυλ του Chuck, έχουμε βρει μπασίστα και ντράμερ και ρυθμική κιθάρα και κάνουμε πρόβες 2 ή 3 βράδια τη βδομάδα. Σουινγκάρουμε.»

Πρόκειται για ένα απόσπασμα από γράμμα του Keith Richards προς τη θεία του, Patti, γραμμένο τον Απρίλιο του 1962, στο οποίο περιγράφει τη γνωριμία του με τον Mick Jagger 4 μήνες νωρίτερα, το 1961. Το γράμμα έφτασε στα χέρια του Keith 50 χρόνια αργότερα, ελάχιστο χρόνο πριν πάει για τύπωμα το βιβλίο του.

L1030975.JPG

Μετά την παράθεση του γράμματος ο Keith Richards συμπληρώνει:

«Αν τα βρήκαμε με τον Mick; Δεν υπήρχε περίπτωση να μην τα βρω εγώ σε ένα τρένο με κάποιον που κρατούσε κάτω από τη μασχάλη του το Rockinat the Hops του Chuck Berry από την Chess Records»

Το πρώτο single που κυκλοφόρησαν ως συγκρότημα ήταν το “Come on” του Chuck Berry. Η επιρροή του μεγάλου αμερικανού καλλιτέχνη στη διαμόρφωση του ύφους και του παιξίματος των Rolling Stones- και όχι μόνο- διατρέχει όλες τις σελίδες και τις δεκαετίες που ζωντανεύουν στο βιβλίο. Δεν είναι τυχαίο πως, το 1986, ο Keith Richards ήταν αυτός που επιλέχθηκε να αναγγείλει την εμφάνιση του Chuck Berry στη σκηνή, την ημέρα που θα τον τιμούσαν με την ένταξή του στο Rock and Roll Hall of Fame. Λίγα δευτερόλεπτα πριν εμφανιστεί ο 60χρονος τότε Chuck στη σκηνή, ο Keith Richards πρόλαβε μόνο  να πει: «Μου είναι πολύ δύσκολο να μιλήσω για τον Chuck Berry, επειδή έχω αντιγράψει κάθε νότα που έχει παίξει ποτέ. Αυτός είναι ο κύριος που τα ξεκίνησε όλα».

Ενδεικτική της αγάπης και του θαυμασμού των δύο ανδρών είναι και μία χειρόγραφη επιστολή που απευθύνει ο Keith Richards στον Chuck Berry πολλά χρόνια αργότερα και περιλαμβάνεται και αυτή στο αυτοβιογραφικό ‘’Life’’:

«Αγαπητέ μου κύριε Berry, επιτρέψτε μου να σας πω ότι, παρά τα σκαμπανεβάσματα που είχαμε, σας αγαπώ πολύ! Η δουλειά σας είναι πολύτιμη και πανέμορφα διαχρονική. Είμαι ακόμα ΕΚΘΑΜΒΟΣ! Ελπίζω να μη βγει άλλος σαν εσάς. Δεν θα μπορούσα να αντέξω τόση δύναμη! Ίσως να νιώθετε το ίδιο κι εσείς για μένα!! Με όλη μου την αγάπη, αδερφέ! Όπως και  να ‘χει, Keith Richards, ’05.

Υ.Γ. Τα αγγλικά σας είναι καλύτερα από τα δικά μου!»

Τα λίγα λόγια του αμέσως μόλις έγινε γνωστή η είδηση για το­ θάνατο του φίλου και μέντορά του, μέσα από τον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook, συμπυκνώνουν αγάπη, θλίψη, ευγνωμοσύνη:

“One of my big lights has gone out!’’-Keith, 3/18/17

Chuck-Berry-Hail-Hail-Rock-and-Roll-Chuck-and-Keith-816.jpg

Στρογγυλές βίδες σε τετράγωνες τρύπες

d6ad0d_603ccc25faa34a67b42e7c1c0a372119mv2

Ένα πραγματικά αποτελεσματικό ολοκληρωτικό κράτος θα ήταν εκείνο, στο οποίο το παντοδύναμο εκτελεστικό σώμα των πολιτικών αρχηγών και η στρατιά των μάνατζέρ τους θα κυβερνούσαν έναν πληθυσμό δούλων, που δε θα χρειαζόταν να εξαναγκάζονται, γιατί θα αγαπούσαν την υποδούλωσή τους.

minotakis-star-wars-maziki-koultoura.jpg

Οι μεγαλύτεροι θρίαμβοι της προπαγάνδας έχουν επιτευχθεί όχι με έργα, αλλά με παραλείψεις.

ff

Αλλά η αποσιώπηση δεν αρκεί. Τα πιο σημαντικά μελλοντικά Σχέδια Μανχάταν θα είναι πολύ εκτεταμένες, επιχορηγούμενες από την κυβέρνηση έρευνες πάνω σ’αυτό που οι πολιτικοί και οι συμμετέχοντες επιστήμονες θα ονομάζουν . Μ’άλλα λόγια, το πρόβλημα του να κάνουν τους ανθρώπους να αγαπούν την υποδούλωσή τους.

Η αγάπη για την υποδούλωση μπορεί να εδραιωθεί μόνο σαν αποτέλεσμα μιας βαθιάς, προσωπικής επανάστασης στα μυαλά και τα κορμιά των ανθρώπων. Για να γίνει η επανάσταση αυτή, απαιτούνται, κατά τη γνώμη μου, οι ακόλουθες ανακαλύψεις κι εφευρέσεις. Πρώτον, μία πλήρως αναπτυγμένη τεχνική υποβολής-μέσα από διαμόρφωση ανακλαστικής συμπεριφοράς στα νήπια και, αργότερα, με τη βοήθεια ναρκωτικών ουσιών όπως η σκοπολαμίνη. Δεύτερον, μια πλήρως αναπτυγμένη επιστήμη των ανθρώπινων διαφορών, που θα δίνει τη δυνατότητα στους κυβερνητικούς μάνατζερ να τοποθετούν κάθε άτομο στη θέση που του ή της ταιριάζει στην κοινωνική και οικονομική ιεραρχία. (Στρογγυλές βίδες σε τετράγωνες τρύπες έχουν την τάση να κάνουν επικίνδυνες σκέψεις για το κοινωνικό σύστημα και να μολύνουν και άλλους με τη δυσαρέσκειά τους). Τρίτον, ένα υποκατάστατο του αλκοόλ και των άλλων ναρκωτικών, κάτι λιγότερο βλαβερό και συνάμα πιο ηδονικό από το τζιν ή την ηρωίνη. Και τέταρτον, ένα αλάνθαστο σύστημα ευγονικής, με στόχο την τυποποίηση των έμψυχων ανθρώπινων προιόντων και, συνεπώς, τη διευκόλυνση του έργου των μάνατζερ.

36_Gattaca_01.jpg

Όσο περιορίζονται η πολιτική και οικονομική ελευθερία, τόσο η σεξουαλική ελευθερία εμφανίζει την τάση να μεγαλώνει, για να αντισταθμίζει τις απώλειες. Αυτή, σε συνδυασμό με την ελευθερία της ονειροπόλησης υπό την επίδραση ναρκωτικών, του κινηματογράφου και του ραδιοφώνου, θα βοηθήσει τους υπηκόους να συμφιλιωθούν με τη μοίρα τους, με την υποδούλωσή τους.”

Brave New World, Aldous Huxley, 1932.-Πρόλογος 1946.

*Να αλλαζεις δρόμο αν αυτός που διάλεξες βγάζει σε τοίχο. Μην προσπαθείς να συνηθίσεις τον τοίχο. Και μη σταματάς ποτέ να αναρωτιέσαι.

Σε ένα νησί που αρχίζει από Α

14423641_10210598463457794_635475724_o.jpg

“Οι αστυνομικοί μιλούν πάντα σαν κακοί ηθοποιοί. Μονότονα, μπάσα, με λάθος τονισμούς. Θαρρείς και οι λέξεις παλεύουν για να βγουν απ’το στόμα τους.

Ναι, ε…όχι, είπε και σταμάτησε. Ήπιε μια γουλιά απ΄την μπύρα του. Η Πανδώρα θεώρησε ότι αυτό ήταν, τον τσάκισε. Πήγε να γυρίσει απ’την άλλη.

Είμαι ασφαλιστής και γυρίζω τα νησιά για να πουλήσω ασφάλειες, είπε ο Ντύνος, γιατί θυμήθηκε το “ποιήμα” που έπρεπε να λέει.

Μμ. Πούλησες καμία;

Όχι. Είμαι διακοπές, είπε αναιρώντας την προηγούμενη φράση του. Έτσι απλά.

Α, ωραία, το δέχτηκε πανεύκολα η Πανδώρα.

Ναι πολύ ωραίο νησί, είπε αφύσικα δυνατά.

Κάποιος καθηγητής Αστυνομίας έχει πει κάποτε ότι όταν φωνάζουμε, αποκτάμε κύρος και γινόμαστε πιο πιστευτοί. Αυτό το λάθος, διαιωνίζεται πολλές ένστολες γενιές τώρα.

gogou2.jpg

Η Πανδώρα σκέφτηκε ότι της την έχουν πέσει οι χειρότεροι. Ο Πρόβλεψης. Ο Ντύνος. Ο Alpha. Θα έπρεπε να το κοιτάξει αυτό.

Ένιωσε ένα σκούντημα. Ήταν ο Βασίλης.

“Πίστευα ειλικρινά ότι έχω μεθύσει δύο ποτά πριν. Αλλά έκανα λάθος. Τώρα έχω μεθύσει.”*

*Ακριβέστερα, “Τώβα έθω μεφύσει”.

dekemvris2008.jpg

“Γαμώ τους Κωλόμπατσους. Τελεία. Πάμε πάλι. Γαμώ το Ύφος. Αυτό το ύφος που δεν έχει ιδέα από τίποτα, το ύφος της θηριώδους άγνοιας, το ύφος της πραγματικά εντυπωσιακής μαλακίας. Της κακής σεξουαλικής ζωής, της ανύπαρκτης μόρφωσης, της άκαρδης προσέγγισης για τη ζωή. Γαμώ -και δεν ξεχνώ- τις “εξοστρακισμένες” σφαίρες σε καρδιές δεκαπεντάχρονων, τα “μεμονωμένα” περιστατικά που όλα αυτά τα ζώα και όλα αυτά τα εποχούμενα δίποδα έχουνε τιμή και καμάρι τους, όπως λένε οι ίδιοι δημοσίως, επιδεικνύοντας και τα όργανα “εξοστρακισμού” τους.

DSC00816.JPG

Γαμώ τους αγανακτισμένους πολίτες γιατί δεν ξέρουν γιατί αγανάκτησαν. Γιατί αγανάκτησαν με αυτούς που ψηφίζουν εδώ και πενήντα χρόνια. Γιατί δεν αγανακτούν με τους εαυτούς τους; Εγώ τους ψήφιζα τόσα χρόνια αλλά δεν πάει άλλο, μιμήθηκε έναν τυχαίο ψηφοφόρο.”Μπα; Τώρα δεν πάει άλλο; Παλιά πήγαινε; Όταν ακολουθούσαν όλα αυτά τα χρόνια τον έναν ηγέτη που έριχνε τις ζεϊμπεκιές του και γούσταρε βυζάρες, τον άλλο που έτρωγε σουβλάκια και μίλαγε σαν τον πιο βλάκα συμμαθητή τους, τον τραγόπαπα που έλεγε ανέκδοτα και του άρεσε η Χούντα, τον Υπουργάουα που φορούσε παντελόνια και όχι στρινγκ, τον Κύριο Με Τo Γραβατόφωνο που τους έλεγε ότι όποιος κατεβαίνει στους δρόμους τού αρέσει να καίει εγκύους, τότε ήταν ωραία και τώρα δεν πάει άλλο; Τώρα που πειράχτηκε η τσεπούλα μας, τα λεφτουδάκια μας, όσο είχαμε εμείς, στ’αρχίδια μας όσοι δεν είχαν, τώρα που δεν έχουμε εμείς, τώρα δεν πάει άλλο;”

Η Μελαμψή Παρθένος, Λένος Χρηστίδης , 2014.

*Για το Φασισμό, από όπου κι αν προέρχεται.